
Ο πολύς κόσμος δεν κατεβαίνει στις πορείες. Επομένως, η άποψη που έχει η πλειοψηφία γι’ αυτές, είναι κυρίως μέσα από την τηλεόραση. Δηλαδή την δική τους τηλεόραση, εφόσον –σχεδόν πάντα– αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εκάστοτε κυβέρνηση ή την αξιωματική αντιπολίτευση. Ο παρονομαστής, όμως, είναι κοινός. Δεν συμπαθούν τις πορείες, γιατί τους αφαιρούν σε λαοφιλία.
Όλες ανεξαιρέτως οι πορείες που θυμάμαι στην Ελλάδα –ακόμη κι αυτές που έγιναν εντελώς ειρηνικά για τους πιο ευγενείς σκοπούς– αμαυρώθηκαν συλλήβδην από τα ΜΜΕ, όταν εμπεριείχαν έστω και την ελάχιστη υπόνοια απειλής για το κομματικό σύστημα. Υπ’ αυτήν την έννοια, οι συμμετέχοντες σε αυτές –ανεξαρτήτως παράταξης, ιδεολογίας ή άλλων κινήτρων– στοχοποιούνταν πάντοτε ως περιθωριακοί, αναρχικοί και επαναστάτες χωρίς αιτία.
Σωστά μιάσματα.
Η λογική μου λέει ότι είναι εξαιρετικά ανούσιο να μαζεύονται άνθρωποι και να τα βάζουν με δημόσια κτίρια ή με μεμονωμένα πολιτικά (και μη) πρόσωπα. Άλλωστε τι μένει να θυμόμαστε μετά από καιρό από όλες τις πορείες; Τα πράσινα σταράκια, τις μολότοφ, τα χημικά, το ξύλο και τις άθλιες προσαγωγές.
Απαιτείται, φυσικά, να εξαιρέσω εδώ το τραγικό συμβάν του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ή την δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα, καθώς και κάθε ανάλογο περιστατικό. Θεωρώ όμως εξίσου τραγικό με τα συμβάντα αυτά, το γεγονός ότι έμειναν στην ιστορία να τα θυμόμαστε κυρίως εξαιτίας της ανθρώπινης θυσίας και όχι του σκοπού για τον οποίο έγιναν οι αντίστοιχες πορείες-διαδηλώσεις. Δυστυχέστατα.
Το περισσότερο που θα συμβεί από πλευράς πολιτών ως αποτέλεσμα μιας πορείας, θα είναι οι καταστροφές σε κτίρια, ο κλεφτοπόλεμος με τα ΜΑΤ, άντε και κάνας προπηλακισμός στον χαζογενναίο που θα βρεθεί μπροστά τους (βλ. Χατζηδάκης). Αυτό, όμως, αρκεί για να μετατρέψει πλασματικά την ουσία χιλιάδων ανθρώπων σε εχθρική στάση απέναντι στην κοινωνία. Αυτό βολεύει, γιατί δίνεται πάντοτε το πάτημα να παρουσιαστεί έτσι.
Είναι, λοιπόν, ανούσιες οι πορείες; Προφανώς όχι, γιατί δεν μπορείς να απαγορεύσεις την ελεύθερη –και δη αγωνιστική– έκφραση των μαζών, όταν επικαλείσαι ότι έχεις δημοκρατία. Γνώμη μου είναι, όμως, πως είναι αδύναμες, ανίσχυρες και με εξαιρετικά κακή κατανομή και διαχείριση πηγαίων δυνάμεων.
Αν το εξετάσουμε ιστορικά, οι μεταπολιτευτικές πορείες ελάχιστα πράγματα κατάφεραν να πετύχουν – όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Οι κυβερνήσεις φροντίζουν να έχουν πάντοτε πολλά εναλλακτικά σχέδια στο τραπέζι, πολύ πριν πάρουν τις τελικές αποφάσεις. Βάζουν, λοιπόν, τα παπαγαλάκια τους να διαδώσουν το χειρότερο σενάριο μέτρων και, μόλις διαφανούν οι πρώτες κοινωνικές αντιδράσεις, ρίχνουν ανάλογα το δεύτερο ή το τρίτο λιγότερα χειρότερο και σε κάνουν να πιστεύεις ότι κάτι κέρδισες. Πράγματι, κέρδισες αυτό που οι ίδιοι είχαν σχεδιάσει από την αρχή.
Στην πραγματικότητα, όλοι χορεύουμε τον χορό της εκάστοτε κυβέρνησης. Αυτοί, χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ για να πουν τα δικά τους. Οι πορείες προσπαθούν να αναγκάσουν τα ΜΜΕ να δείξουν τη μαζικότητα των αντιδράσεων. Κι όταν αυτά δεν τις δείχνουν, αναγκάζονται να προκαλέσουν σπάζοντας, καίγοντας και δέρνοντας. Και τότε τα ΜΜΕ αμαυρώνουν την εικόνα των διαδηλώσεων και στην καλύτερη περίπτωση το σύστημα υποχωρεί μέχρι εκεί που είχε προσχεδιάσει.
Ζούμε στην εποχή όπου το πολιτικό κόστος δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Ο δικομματισμός κυβερνά με μικρά διαλείμματα: Λίγο εσύ, λίγο εγώ. Έτσι έχουν και το κεφάλι τους ήσυχο. Γι’ αυτό και πιστεύω ακράδαντα πως το σύστημα δεν πολεμιέται πια έτσι, για τον απλό λόγο ότι φρόντισε μεταπολιτευτικά να δημιουργήσει τόσο δυνατούς αμυντικούς μηχανισμούς που είναι αδύνατον να σπάσουν με παραδοσιακούς τρόπους. Αν πραγματικά κάποιος θέλει να αλλάξει το σύστημα, πρέπει να φωλιάσει σαν ιός μέσα σ’ αυτό και να το κάμψει εκ των έσω. Και όταν αυτό συμβεί μαζικά, ο ασθενής θα εξουθενωθεί τάχιστα.
Κι αν νομίζετε ότι λέω θεωρίες, παρακαλώ απαντήστε μου: Πότε στην Ελλάδα είχαμε κάποια διαφορετική κυβέρνηση, έξω από τον δικομματισμό; Και τι πιθανότητες υπάρχουν να αποκτήσουμε ποτέ κάτι διαφορετικό; Μα, όσο και να πέφτουν τα ποσοστά τους, θα αλλάζουν εύκολα τους εκλογικούς νόμους και θα τους φέρνουν στα μέτρα τους. Καρπούζι και μαχαίρι.
Υπάρχει, άραγε, αυτός ο τρίτος δρόμος; Τι πιθανότητες έχει, λοιπόν, η αριστερά να εκφράσει συνολικά την οργή του λαού; Σε μία εξόχως συντηρητική, δογματική, πολυδιασπασμένη, εσωστρεφή και βολεμένη αριστερά, οι πλατιές μάζες, αποδεδειγμένα, δεν καταφέρνουν να βρουν καμία κοινή συνιστώσα. Και, ακόμη χειρότερα, δεν αφήνεται και καμία προοπτική να αλλάξει αυτό.
Από την άλλη μεριά, γιατί ο Καρατζαφέρης, ή αύριο η Ντόρα, μπαίνει στη Βουλή; Για τον ίδιο λόγο που ο κόσμος εκφράζει την αγανάκτησή του μέσα από εφήμερες γελοίες ιδεολογίες τύπου Οικολόγων και παλιότερα ΔΗΚΚΙ, ΠΟΛΑΝ, κ.ο.κ.
Γι’ αυτό, ως αγανακτισμένοι, δεν πήγατε να ψηφίσετε στις εκλογές; Και νομίζετε ότι «πήραν το μήνυμα»; Δεκάρα δεν δίνει κανένας τους. Το θέμα αυτό είναι ταμπού. Στο σπίτι του κρεμασμένου, δεν μιλάνε για σχοινί και σαπούνι. Ποτέ.
Και ποια μπορεί να είναι η λύση;
Διερωτώμαι: Σε τόσες πορείες που γίνονται κάθε τόσο, όπου ο κάθε συνδικαλιστικός φορέας (ανάθεμα) νοιάζεται μόνο για την πάρτη του, η κάθε παράταξη προσπαθεί να τις καπηλευτεί προς όφελός της –εξυπηρετώντας πρακτικά και πάλι το ίδιο το σύστημα–, φώναξε ποτέ κανείς το σύνθημα «ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ»; Μπήκαν στον κόπο να αφήσουν τα καδρόνια και να πιάσουν τα στυλό για να μαζέψουν υπογραφές;
Στη δημοκρατία, η πολιτική ανακύκλωση δεν μπορεί να είναι λύση. Και γι’ αυτό φταίνε οι ίδιοι τους. Όταν ένας βουλευτής στα τέσσερα χρόνια θητείας δικαιούται σύνταξη, αυτό είναι ένα βασιλικό προκλητικό προνόμιο. Νομίζετε πως κάνει διαφορά που δεν φοράει στέμμα;
Δεν είναι πρόκληση που ο ίδιος ο πρόεδρος της Βουλής, αγνοεί επιδεικτικά τις αντιδράσεις του κόσμου για τα προνόμια όλων των εμπλεκομένων στο Κοινοβούλιο (βουλευτών, εργαζομένων, δημοσιογράφων, κ.λπ.), εξοργίζοντας συνεχώς την κοινή γνώμη;
Αν είχαμε τη δυνατότητα διενέργειας δημοψηφισμάτων, ούτε πορείες θα χρειαζόταν να κάνουμε, ούτε κεφάλια να ανοίγουμε, ούτε να μαλώνουμε για το αν αυτός που πέταξε τη μολότοφ ή έσπασε το μπλοκ ήταν αναρχικός, χρυσαυγίτης ή μεταμφιεσμένος ασφαλίτης.
Γιατί στη δημοκρατία τα πάντα αλλάζουν αργά. Απελπιστικά αργά.
Κι αφού μας έκαναν να μην έχουμε εμπιστοσύνη πια ούτε στον διπλανό μας, πρέπει κάποτε να διεκδικήσουμε το μέλλον μας πρακτικά, όχι όμως πετώντας χαλίκια με παιδικές σφεντόνες.
Γιατί όσο δεν απαιτούμε και δεν σχεδιάζουμε τη δημοκρατία που θέλουμε, αλλά συντηρούμε και ανεχόμαστε τη δημοκρατία που έχουμε, μόνο σε ένα πράγμα μπορούμε να ελπίζουμε: Κάποτε, ίσως, να μας λυπηθούν.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "blah.blah" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
